11Δεκέμβριος2017

ΧΑΤΖΗΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

Οι εραστές του μεσημεριού * Του Πάνου Καπώνη. Διήγημα.

dekataΔημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #7, Αθήνα Φθινόπωρο 2006.

Ήταν μια καλοκαιρινή μέρα του 1999. Κανένας ή τίποτα δεν τάραζε την ησυχία του βορείου προαστίου. Στα μέσα του καλοκαιριού, φεύγοντας απ’ τον αγχώδη ρυθμό της ζωής του, νοστάλγησε έναν γυρισμό σε μέρη άσπιλα και λευκά, σε μια προσπάθεια να φωτογραφίισει το παρελθόν, να γυρίσει πίσω. Έτσι, μόνος, ταξίδεψε στα τοπία των μαθητικών του χρόνων, αιχμαλωτίζοντας με την κάμερα του νου ό, τι είχε απομείνει όρθιο, σε μια προσπάθεια να κρατήσει ζωντανό ό,τι είχε χαραχτεί στη μνήμη του.
Περνώντας τυχαία έξω από το κλειστό σπίτι της θείας του Ευταξίας, στην οδό Χαβέλα, βρέθηκε χωρίς να συνειδητοποιήσει πόση ώρα πέρασε, να οδηγεί σε έναν έρημο ορεινό δρόμο γεμάτο λακκούβες. Κάποια στιγμή φάνηκαν σε μια στροφή τα πρώτα έλατα, ο πρώτος πίνακας όπως είχε αποτυπωθεί στο μυαλό του, αναλλοίωτος, με την αθωότητα ενός ονείρου. Πέρασε ένα γεφύρι και μετά τα πρώτα σπίτια.

Ένα ελαφρό αεράκι κατέβαινε από το βουνό κι ο χρόνος είχε αρχίσει να επιταχύνεται αντίστροφα. Κάπου τα πάντα ακινητοποιήθηκαν. Τα δέντρα έμειναν ακίνητα και κάτω απ’ αυτή την ακινησία τους θυμήθηκε τη θεία του την Ευταξία, ταυτισμένη με ένα καλοκαίρι εφηβείας στον Άη Βλάση Παρακαμπηλίων.

Την εποχή εκείνη, τέλη δεκαετίας του πενήντα, ο Άη Βλάσης είχε γίνει επίκεντρο της περιοχής και ολόκληρου του δυτικού τμήματος της χώρας, γιατί ήταν ο πλησιέστερος οικισμός σρα «Έργα», όπως έλεγαν οι ντόπιοι τα μεγάλα εργοτάξια της κατασκευής του υδροηλεκτρικού εργοστασίου και τη δημιουργία της τεράστιας τεχνιτής λίμνης στον ποταμό Αχελώο. Οι ξένοι τεχνικοί που εργάζονταν για χρόνια εκεί, είχαν φέρει και τις οικογένειες τους και οι περισσότεροι τις είχαν εγκαταστήσει σε σπίτια του Αγίου Βλασίου.

Ένας γερμανός μηχανικός, ο Φριτς, είχε νοικιάσει με την γυναίκα του την Γκέρτα, ένα δωμάτιο στο παλιό αρχοντικό της θείας Ευταξίας, αδελφής της μητέρας του, που έσπευσε στο χωριό απ’ την Αθήνα γι’ αυτόν το σκοπό, μια που οι εποχές ήταν δύσκολες. Μαζί με τη θεία Ευταξία πήγε μαζί της για το καλοκαίρι και ο Τάκης, δεκαέξι χρονών, ο μοναδικός ανιψιός από την αδελφή της. Εκείνο το καλοκαίρι ήταν από τα ωραιότερα της ζωής του.  «Βλασ’, κατέβα στ’ πλατεία», φώναξε η Διαμάντω η κουτσή : «Ήρθι η κυρά Φταξία, η κυρά γιατρίνα». Στην Πλατεία, ένα πλάτωμα που το ‘χε διαμορφώσει σε ανοιχτό χώρο ένας ελληνοαμερικανός, ένα μαύρο προπολεμικό ταξί μάρκας Φόρντ άφησε τα πράγματά τους. Σε λίγο, έκανε την εμφάνιση τους ο Βλάσης της κουτσής με το μουλάρι του, για να τα μεταφέρει στο σπίτι. Λίγο πιο πάνω, κλείνοντας το μονοπάτι, ήταν αραγμένο ένα Τάουνους με γερμανικές πινακίδες. Πάνω στο καπώ της μηχανής ήταν καθισμένη η σύζυγος του γερμανού. Ήταν οι νοικάριδες.

Το απόγευμα η θεία Ευταξία ήταν ευδιάθετη, αφού είχε τσεπώσει μπόλικο παραδάκι, είχε σιγυρίσει το σπίτι μαζί μετην κουτσή, είχε βοηθήσει να τακτοποιηθεί το ζευγάρι των γερμανών, είχε υποδείξει στον Τάκη που να βάλει τα πράγματα του, και, αφού έστρωσε το παλιό δρύινο τραπέζι κάτω από τον πλάτανο, απολάμβανε τον καφέ της. Μέσα σ’ αυτήν τη γαλήνη, ο Τάκης σκεφτόταν το καπώ του Ταάουνους και την ξανθιά Γκέρτα και τις γάμπες της. Σκεφτόταν τις επόμενες ημέρες του καλοκαιριού και τα λίγα αγγλικά που είχε μάθει. Σκεφτόταν ότι ποτέ του δεν χώνεψε τη γερμανική γλώσσα, όχι όμως και τις γερμανίδες. Σκεπτόταν το ξύπνημα της εφηβείας που το έβλεπε να έρχεται. Όμως, σ’ αυτή την ιστορία σημασία έχουν μόνο τα μεσημέρια, αφού τα μεσημέρια ήταν εκείνα που χάραξαν τα πρώτα σεξουαλικά σκιρτήματα του Τάκη, μεσούντος Ιουνίου. Εκείνα τα μεσημέρια σηματοδοτούσαν τον έρωτα στα Παρακαμπήλια και, συνάμα, τη χαμένη αθωότητα του Τάκη πάνω στα πρώτα βήματα μιας ανύποπτης εφηβείας.

Το μεσημέρι, εκεί, οι καστανιές σκίαζαν την αυλή και παραπέρα οι μηλιές μοσχοβολούσαν και έγερναν ελαφρά πάνω σε χιλιάδες αγριόκρινα, που φύτρωναν παντού, αλλά, μεσημέρι για τη θεία Ευταξία, ήταν το χρονικό διάστημα της μέρας κατά το οποίο έπρεπε να κατακλιθούν στα κρεβάτια τους. Η θεία, είχε επιβάλει αυτόν τον κανονισμό, πρώτον γιατί με τον Τάκη να κοιμάται, απέφευγε να αισθάνεται ευθύνη, «μην πάθει τίποτα το παιδί και ποιός ακούει την αδελφή μου», και δεύτερον, γιατί είχε συλλάβει κάτι περίεργες ματιές μεταγύ της 25χρονης Γκέρτα και του 16χρονου ανιψιού της. Μόλις έπειρνε το μάτι της τίποτε ύποπτο, αμέσως φώναζε στον ανιψιό : «Τάκη, τι κάνεις εκεί έξω ; Γρήγορα στο κρεβάτι σου». Επειδή όμως τα μεσημέρια του καλοκαιριού οι άνθρωποι είν αι πιό κοντά στο σώμα τους παρά στην ψυχή τους, ο κανονισμός της θείας δεν είχε αποτέλεσμα. Έτσι ο Τάκης, προσποιούμενος τον υπάκουο, ξάπλωνε στο κρεβάτι του και έκανε τον ψόφιο κοριό, μέχρι να κοιμηθεί η θεία.

Το πρώτο μεσημέρι που δεν είχε ύπνο ο Τάκης και ένιωσε μέσα του ένα αίσθημα κενού και μελαγχολίας, άκουσε την Γκέρτα που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της και είχε βγεί έξω. Σε λίγο την ακολούθησε στην αυλή. Καθόταν μπροστά του και έπινε κρύο τσάι κάτω από τον πλάτανο, φορώντας κοντό παντελονάκι που τον άναβε και στενό αγορίστικο καρώ πουκάμισο, που τον άφηνε να μαντεύει το στητό στήθος της. Ήταν αρκατά ηλιοκαμένη και τα ξανθά της μαλλιά ήταν ανακατεμένα. Το χαμόγελο που του έριξε, προμηνούσε την επερχόμενη καλοκαιριάτικη μπόρα που τον περίμενε. Το μπύδιασμα, ήταν η αναποφευκτή συνέπεια του ερωτικού σκιρτήματος, που μαζί με την περιέργεια, τσίτωσε το κάτω μέρος του εφήβου, πράγμα που δεν άφησε αδιάφορη την Γκέρτα. Έτσι, εκείνο το μεσημέρι, έγινε το πρώτο άγγιγμα, η πρώτη επαφή, η πρώτη αίσθηση του γυναικείου κορμιού, που έμενε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη, τόσο βαθιά, όσο αργότερα στα χρόνια της ωριμότητας ταύτιζε το κορμί του με τους έρωτες εκείνης της απόλυτης εφηβικής ηδονής.

Τα χάδια και τα αγγίγματα της Γκέρτα, είχαν δωρίσει στον Τάκη τον πρώτο φυσιολογικό οργασμό κάτω από τον πλάτανο. Η γη ποτίστηκε χωρίς προφάσεις, χωρίς ενδοιασμούς, απόλυτα, όπως απόλυτα λέμπει ο ήλιος μετά την μπόρα. Έτσι ξεκίνησε ένα πύρινο καλοκαίρι με τα ερωτικά μεσημέρια για το ζευγάρι των Παρακαμπηλίων, που με την ευλογία των Νυμφών, δωρεοδόχων του κέρατος του Αχελώου και των Σατύρων, γρεύονταν άπληστα, ως βουκολικό δρώμενο, ο ένα ςτον άλλον, μέσα σε ένα ελεύθερο αγροτικό σκηνικό. Έτσι ο Τάκης έγινε αντράκι, χωρίς να καλπάζει η μνήμη του προς τα πίσω, χωρίς να κάνει όνειρα για το μέλλον, αλλά έτσι απλά, μέσα από το εδύλλιο του με την Γκέρτα, ένα εδύλλιο απαγορευμένο και σκοτεινό, που φανέρωνε όμως το απέραντο βασίλειο του έρωτα. Το πρώτο ερωτικό μεσημέρι και ενώ η θεία δεν είχε πάρει μυρουδιά από τα τεκταινόμενα κάτω από τον πλάτανο, ακολούθησαν κι άλλα παρόμοια μεσημέρια, με το παράνομο ζυεγάρι να συνευρίσκεται ερωτικά, πότε κάτω από τον ίδιο πλάτανο, πότε πίσω απ’την αυλή, πότε μέσα σε έναν αχερώνα, πότε πέρα στα χωράφια,μακριά από ανθρώπινο μάτι. Τα σπασμένα αγγλικά του Τάκη, του αρκούσαν για να εκφράζει τον έρωτα του προς την γερμανίδα, τα δε σπασμένα ελληνικά της Γκέρτα, ήταν υπεραρκετά για να δώσουν στο ελληνόπουλο να καταλάβει πόσο δεν τον χόρταινε. Αλλά, καά τα ψέματα, τα πιό πολλά λόγια τα έλεγαν τα σφριγηλά κορμιά τους : τα ένωνε ο παράνομος δεσμός, που μιλούσε με τη σπασμένη γλώσσα της ψυχής τους.

Τα δειλινά, κάθονταν μόνοι, χαζεύοντας τη δύση του ήλιου, αφού είχαν γευθεί τον έρωτα, είτε απ’ την αυλή, είτε από το δωμάτιο του, άν έλειπε η θεία. Σ’ αυτό το δωμάτιο – όταν τα περιοριστικά μέτρα της θείας ήταν πολύ αυστηρά και ακουγόταν το ροχαλητό της, σήμα και σύνθημα μαζί απελευθέρωσης – τα σεντόνια σκέπαζαν τα γυμνά ερωτικά παιχνίδια της Γκέρτας και του Τάκη. Και ενώ τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας το κρυφό ζευγάρι με χίλιες δυο προφάσεις και προφυλάξεις τα κατάφερνε να βρίσκεται μαζί, τα Σαββατοκύριακα, και μάλιστα από την Παρασκευή το απόγευμα, η ζωή τους γινόταν κόλαση, αφού κετέφθανε ο Φριτς, που μετα’από μια βδομάδα αποχής, εκτελούσε με θόρυβο τα συζυγικά του καθήκονυα. Η Γκέρτα, ανταποκρινόταν με θέρμη στις απαιτήσεις του συζύγου, ολοκληρώνοντας τον βδομαδιάτικο ερωτικό εναλλακτικό της κύκλο.


Προσθήκη σχολίου